• Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου, 2021

Μία διασκεδαστική ιστορία φαγητού κοντεύει να εξαφανιστεί

Peristeri News
Σεπτέμβριος23/ 2021

Για περισσότερα από 130 χρόνια, η ισπανική αγορά φαγητού στον δρόμο προσφέρει στους περαστικούς ένα ιδιαίτερο τρόπο «σερβιρίσματος»: έπαιζες το φαγητό σου στη… ρουλέτα!

Όπως σε κάθε παραδοσιακή ρουλέτα, ο πελάτης έπρεπε να πληρώσει εκ των προτέρων για να γυρίσει τον τροχό. Οποιοδήποτε νούμερο από το 1 έως το 10 προσφέρει ένα χειροποίητο γλύκισμα, μία τραγανή βάφλα διαφορετικού σχήματος και γεύσης.

Υπάρχει όμως και το μηδέν. Πρόκειται για τον αριθμό στον οποίο μόνος κερδισμένος είναι ο εργαζόμενος, που κρατάει τα χρήματα χωρίς να δώσει το έδεσμα στον πελάτη! Το Barquillo δεν είναι ένα τυχερό παιχνίδι που στοχεύει να κοροϊδέψει την κοιλιά σου, αλλά μία διασκέδαση που έχει τις ρίζες της στην παράδοση και ταυτόχρονα σε «γεμίζει», όπως συμβαίνει στο καζίνο!

Η ρουλέτα γυρίζει αντίστροφα με τη φορά του ρολογιού και ο ήχος της μπίλιας που περιμένει να κατασταλάξει στον αριθμό που την περιμένει, είναι υπνωτικός. Το νούμερο 10 προσφέρει ισάριθμα γευστικά εδέσματα, το νούμερο 1 χαρίζει μόλις ένα. Το 0 σε αφήνει να ψάχνεις χρήματα για μία ακόμη προσπάθεια… Κι όμως, ελάχιστοι στεναχωριούνται όταν χάνουν τα χρήματά τους και τις… θερμίδες που περίμεναν να προσθέσουν. Οι πιθανότητες είναι λιγότερες από 10%, το ποσό είναι μικρό, η χαρά της διασκέδασης μεγάλη.

Ο Γκιγιέρμο Πελάγιο είναι, πλέον, ο τελευταίος που προσφέρει τέτοια διασκέδαση στις παραλίες της Ισπανίας ή στους δρόμους των κεντρικών πόλεων της χώρας. Ο ιδιοκτήτης της ομώνυμης εταιρείας barquillos ανέλαβε να πουλήσει το πρώτο γλυκό ως πωλητής όταν ήταν παιδί. Ντυμένος στα λευκά, περπατούσε πάνω-κάτω τα 1200 μέτρα της παραλίας του Σαλίνας με ένα βαρελάκι βάρους 40 κιλών στην πλάτη του.

Στην κορυφή του βρισκόταν η ρουλέτα με τους 10+1 αριθμούς, από κάτω τα δροσερά και ξηρά «διαμερίσματα», όπου διατηρούσε με προσοχή εκατοντάδες τραγανές βάφλες. Στην αρχή ήταν ντροπαλός, περίμενε από τους λουόμενους να τον φωνάξουν για να αγοράσουν «μία γύρα» στη ρουλέτα. Αργότερα πήρε θάρρος και όσο περνούσαν τα χρόνια, αντιλαμβανόταν ότι η οικογενειακή επιχείρηση θα γινόταν η μόνιμη εργασία του.

Στην ηλικία των 50 ετών, ο Πελάγιο εξακολουθεί να πουλάει τα barquillos του στην παραλία του Σαλίνας, με τη διαφορά ότι τα φτιάχνει πια ο ίδιος κι όχι οι γονείς του ή οι παππούδες του. Η παράδοση των barquillos κρατάει πάνω από έναν αιώνα, η οικογένειά του ήταν από τις πρώτες που μπήκε σε αυτή τη βιομηχανία κι εκείνος κάνει τα πάντα προκειμένου να διατηρήσει το όνομά της πάνω στο βαρελάκι που εξακολουθεί να κουβαλάει. Εκτός από το όνομα, υπάρχουν και δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες: ενός παιδιού κι ενός άνδρα. Του εαυτού του και του πατέρα του.

Η ρουλέτα του Πελάγιο είναι πάνω από 100 χρονών! Παρέλαβε όλον τον εξοπλισμό από τα χέρια του πατέρα του. Ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο ο Γκιγιέρμο Πελάγιο έγινε επίσημα ο διάδοχός του στην οικογενειακή επιχείρηση. «Είναι τρομερά βαρύ» αναφέρει ο τελευταίος των barquilleros: «Αλλά πάντα έτσι ήταν και πάντοτε έτσι δουλεύαμε».

Τα barquillos ξεκίνησαν σαν ιδέα στην εποχή της Χριστιανοσύνης στην Ισπανία, αλλά η ιδέα της ρουλέτας προστέθηκε πολύ αργότερα. Σύμφωνα με τον Μπενχάμιν Καβάρκα, ιδιοκτήτη του Μουσείου Barquillero στην Κανταβρία και πρώην ιδιοκτήτη ενός εργοστασίου barquillos, οι ισπανοί πλανόδιοι πωλητές φαγητών έκλεψαν την ιδέα από τη Γαλλία, όπου ήδη χρησιμοποιείτο στα τέλη του 1790: «Οι Γάλλοι πλανόδιοι πουλούσαν γλυκά ή πάστες, ανάλογα με τον αριθμό της ρουλέτας. Όταν οι barquilleros της Ισπανίας ταξίδεψαν εκεί, είδαν όταν ήταν τρομερά επικερδής επιχείρηση και δημοφιλής στους περαστικούς».

Οι Ισπανοί έφεραν την ιδέα στην πατρίδα τους και στις αρχές του 19ου αιώνα αποτελούσε το μεγαλύτερο κοινωνικό γεγονός στους δρόμους της χώρας: «Οι στρατιώτες προκαλούσαν τις γυναίκες να γυρίσουν τον τροχό και πλήρωναν το γλυκό τους. Έτσι προσπαθούσαν να τις φλερτάρουν και να τις εντυπωσιάσουν». Οι εποχές όμως άλλαξαν και πλέον η αγορά έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Ο Πελάγιο είναι ο τελευταίος barquillero που έμεινε, μαζί με την οικογένεια Κάνιας στη Μαδρίτη.

Κρατάει τη συνταγή του μυστική, αλλά επιμένει ότι ο συνδυασμός αλευριού, νερού και ζάχαρης δεν φτάνει για μία γευστική, τραγανή βάφλα: «Κλειδί είναι τα υλικά υψηλής ποιότητας και τα ειδικά σκεύη που χρησιμοποιούμε». Πήρε τη συνταγή από τον προπάππο του, ο οποίος το 1890 άνοιξε την επιχείρηση. Όλα παραμένουν χειροποίητα. Ο Πελάγιο ξυπνάει στις 4 το πρωί για να φτιάξει 300-400 βάφλες με το χέρι: «Δεν θα ήθελα να κάνουν αυτή τη δουλειά τα παιδιά μου, παρότι έχουν μάθει τα πάντα για την επιχείρησή μου. Είμαι πεπεισμένος ότι μαζί με εμένα και τους Κάνιας, θα περάσει στην ιστορία η επιχείρηση των barquillos. Για όσο αντέχω όμως, θα συνεχίσω να διατηρώ την παράδοση».