• Τρίτη, 22 Οκτώβριος, 2019

Το άλλο μισό του ουρανού

Peristeri News
Μάρτιος08/ 2018

της Ιωάννας…

Κοιτάζω τις σημειώσεις μου και βλέπω πάντα την ιστορική μήτρα που έδωσε ώθηση σε μια διαφορετική προσέγγιση των γυναικών, σε μια φαλλοκρατική κοινωνία, που τις έθετε σταθερά στο περιθώριο των εξελίξεων, ένα res στον κόσμο που πλάστηκε για τους άνδρες..

“Η γυναίκα στη ζωή των ανδρών “θα ήταν μια φιλόδοξη προσέγγιση που ξεπερνάει τις δυνατότητες μου. Θέλω όμως να την δω μέσα από τα μάτια της ψυχής και της γραφής κορυφαίων δημιουργών που την λάτρεψαν σαν μάνα (“ΜΑΝΑ Η ΠΡΩΤΗ ΕΡΩΜΕΝΗ” ) την αποθέωσαν σαν συνεργό του έρωτα, εκείνο το άκρατο δόσιμο του “εγώ ” στο “εσύ”, την συνάντησαν στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, συμπαραστάτρια άξια, την είδαν να υφαίνει τη γκρίζα καθημερινότητα της με αστεράκια της Άνοιξης, που συχνά δεν έρχονταν, στο λιγοστό φως να γκρεμίζει τοίχους για τα ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ της, να κάνει το δάκρυ μαργαριτάρι στην προσφυγιά και την μετανάστευση, να λιώνει στη μοναξιά και την επιθυμία, να ανασταίνει νέους κορμούς χωρίς απαντοχή και βοήθεια καμιά, τα ξυλάκια της που γίνονταν άντρες και γυναίκες. Φουρνίζοντας ελπίδα και σιγουριά για το ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ που θα ανατείλει.. με την διάψευση και την προδοσία συχνά στη μασχάλη.. προνόμιο των άλλων να της φορτώνουν ευθύνες από το πουθενά με αθέλητες ζωές να σκιρτούν μέσα της, θλιβερό απομεινάρι άδοξων ερώτων.. να φοράει τα μαύρα θρηνώντας τους νεκρούς της και μοιρολογώντας όσα την προσπέρασαν.

γυναίκα: Ο ηρωισμός της κάθε μέρας στο γραφείο, στο σχολείο, στο εργοστάσιο, στο Πανεπιστήμιο, στη πρώτη γραμμή της απεργίας, πρώτη να αντιμετωπίζει τα χτυπήματα απ’ τις άπονες εξουσίες με τα χημικά..

Συχνά κουράζεται και δραπετεύει, γιατί δεν αντέχει τις συμβάσεις και τον ακρωτηριασμό των συναισθημάτων, των δικών της και των άλλων. Επιστρέφει στην παιδική ηλικία απ τη μέσα πόρτα για να σβήσει ενοχές και αποθέσεις φορτίων που κουβαλάει.. Η απελπισία και ο στραγγαλισμός είναι ο άλλος δρόμος χωρίς ένα παρηγορητικό παγκάκι σπουδής και εξιλέωσης.

Ο μεγάλος λυρικός θα σκορπίσει βιολέτες για μια εποχή και θα δει τη γυναίκα όχι με τα ρω του έρωτα αλλά με το φευγάτο μάτι εκείνου που η προσδοκία του ναυάγησε στη παγωμένη στέπα και κρατήθηκε ορθός σμιλεύοντας παλιά πάθη στην προσμονή μιας άνοιξης που έχασε το δρόμο της..

 

“…Φτωχές γυναίκες,

μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,

τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες

εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,

γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,

νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά

πίσω από την αγνότητα,

την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία

πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που

κρύβεται πίσω απ’ την κακία.

Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε

πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,

οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,

μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,

γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες

και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε

στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα

που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες

για να τους αρέσουμε –

αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο

το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,

κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’

τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.

Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….

Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,

τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;

Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,

πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε

παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και

την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-

κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,

κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,

ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,

κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.

Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει

γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν

παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν

ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-

με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα

στο εσωτερικό μας πάθος,

αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα

της μητρότητάς μας…”

 

Επιμέλεια: Νίκος Ζούτσος

Δημοτικός Σύμβουλος Περιστερίου