• Τετάρτη, 20 Μάρτιος, 2019

ΔΝΤ: Επώδυνα μέτρα για κάθε αστοχία

Peristeri News
Ιούλιος31/ 2013

Χαρακτηριστικό είναι ότι το Ταμείο δεν πείθεται για τα οφέλη που θα προκύψουν από τις αλλαγές στη φορολογική διοίκηση.

«Αν οι αρχές δεν αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της διαχείρισης των φορολογικών εσόδων με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, ένας αξιόπιστος προϋπολογισμός για το 2014 θα πρέπει και πάλι να επικεντρώνεται σε επώδυνες περικοπές δαπανών», ξεκαθαρίζει το ΔΝΤ στη έκθεσή του για την Ελλάδα, στέλνοντας ένα ακόμα μήνυμα προς την ελληνική κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το Ταμείο δεν πείθεται για τα οφέλη που θα προκύψουν από τις αλλαγές στη φορολογική διοίκηση. «Στην παρούσα φάση δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι στόχοι για εξοικονόμηση από τη φορολογική διοίκηση θα επιτευχθούν», προειδοποιεί. Οι στόχοι αυτοί έχουν προϋπολογιστεί ήδη στο 0,4% του ΑΕΠ το 2014 και στο 1,5% συνολικά ως το 2016.

Για το χρέος και το χρηματοδοτικό κενό, το ΔΝΤ προειδοποιεί «δείχνοντας» τους Ευρωπαίους, που θα πρέπει να λύσουν τον γρίφο ότι η Ελλάδα ως το 2016 θα χρειαστεί επιπλέον 5,6 δισ. ευρώ ώστε αυτό να κλείσει. Το θέμα θα τεθεί το φθινόπωρο παράλληλα με το ζήτημα του χρέους για το οποίο σημειώνεται ότι θα πρέπει να μειωθεί κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες, με βάση τις δεσμεύσεις του Eurogroup.

Η έκθεση του Ταμείου αναγνωρίζει την πρόοδο που έχει γίνει και την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης, αλλά παράλληλα επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά την ανάγκη να τρέξουν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Διατηρεί τις προβλέψεις για επιστροφή σε ανάπτυξη το 2014, ενώ υποστηρίζει ότι το κόστος της προσαρμογής ήταν υψηλό σε επίπεδο ύφεσης και ανεργίας εξαιτίας των καθυστερήσεων στις μεταρρυθμίσεις.

Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση του ΔΝΤ στα αγγλικά

Νέες ενστάσεις για το φόρο ακινήτων

Μετά την ΕΕ και το ΔΝΤ διατυπώνει σοβαρές ανησυχίες για τη δυνατότητα των φορολογικών Αρχών να εφαρμόσουν αποτελεσματικά το νέο Φόρο Ακινήτων καθώς βασίζεται στην αυτοσυμμόρφωση των ιδιοκτητών, ενώ παράλληλα αυξάνεται κατά 30 φορές ο αριθμός αυτών που θα παραλάβει εκκαθαριστικό του φόρου έναντι του ΦΑΠ. Υπολογίζεται ότι θα χρειαστεί μετακίνηση προσωπικού για την αποτελεσματική είσπραξη (300 άτομα) έτσι ώστε ο δείκτης εισπραξιμότητας να διαμορφωθεί στο 85% αντί 67% που είναι στον ΦΑΠ. Είναι προφανές ότι η υστέρηση στα έσοδα από το νέο Φόρο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με περαιτέρω αναπροσαρμογή του συντελεστή και έτσι ίσως καταστεί αναγκαία η διατήρηση του ισχύοντος συστήματος.

Τέσσερα ρίσκα βλέπει το Ταμείο

Οι κίνδυνοι σε αυτές τις προβλέψεις είναι μεγάλοι, όπως σημειώνει το ΔΝΤ, και σχετίζονται κυρίως με αποκλίσεις στις δομικές μεταρρυθμίσεις, την έλλειψη ρευστότητας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και την πιθανή πολιτική αστάθεια:

Αποκλίσεις στις δομικές μεταρρυθμίσεις. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας που συνδέεται με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προβλέπεται να συνεισφέρει περίπου 10% στην αθροιστική ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα. Τυχόν καθυστερήσεις θα έχουν σημαντική επίπτωση στην ανάκαμψη, δεδομένου ότι τα οφέλη αναμένεται να είναι εμπροσθοβαρή, καθώς και στο ΑΕΠ.

Αδυναμίες στους ισολογισμούς. Η προβληματική οικονομική κατάσταση, ιδιαίτερα των νοικοκυριών και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, δημιουργεί κινδύνους στη ζήτηση και στην ανάπτυξη. Επιπρόσθετα, το δημόσιο χρέος μπορεί να αποδειχθεί τροχοπέδη στη ζήτηση και στην ανάπτυξη.

Πιθανή πολιτική αστάθεια. Ο κίνδυνος πολιτικής αστάθειας παραμένει ισχυρός, ειδικά υπό τη σκιά της υψηλής ανεργίας και των συνεχιζόμενων κοινωνικών δυσκολιών. Επιπρόσθετη φιλόδοξη δημοσιονομική προσαρμογή απαιτείται για να υποχωρήσει σταθερά το δημόσιο χρέος, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες κοινωνικής έντασης και πολιτικών αντιστάσεων, σύμφωνα με την έκθεση του ΔΝΤ.

Εξωτερικοί κίνδυνοι. Οι συνεχιζόμενες αδύναμες οικονομικές επιδόσεις στην ευρωζώνη θα επηρεάσουν αρνητικά τις εξαγωγές και την ανάπτυξη. Η ταχύτερη έξοδος των ανεπτυγμένων οικονομιών από έκτακτες νομισματικές πολιτικές θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσκολότερες οικονομικές συνθήκες.

Υπό εξέταση οι ιδιωτικοποιήσεις

Σύμφωνα με την έκθεση, αλλά και τον εκπρόσωπο του Ταμείου στην τρόικα Πολ Τόμσεν, η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στο πλάνο ιδιωτικοποιήσεων της Ελλάδας είναι κλειδί για τον καθορισμό των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας. Ο Π. Τόμσεν υπογράμμισε ότι υπάρχουν καθυστερήσεις στο πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων. «Οι αρχές μας διαβεβαίωσαν ότι είναι προσωρινές και ελπίζουμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα», τόνισε.

Παράλληλα, έκανε λόγο για ουσιαστική επανεξέταση του προγράμματος των ιδιωτικοποιήσεων στην επόμενη αξιολόγηση το φθινόπωρο, γεγονός που όπως είπε θα προσδιορίσει και τις ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας.

Ζητούμενο η αύξηση της κατανάλωσης, αλλά μειώνονται οι μισθοί

Ο Πολ Τόμσεν συνάρτησε την επιστροφή στην ανάπτυξη με την ανάκαμψη στην κατανάλωση, σημειώνοντας ότι «η υπόθεση της σταδιακής ανάκαμψης βασίζεται στη βελτίωση παραγόντων που σχετίζονται με την εμπιστοσύνη, όπως η κατανάλωση».

Για να λάβει χώρα ανάκαμψη της οικονομίας θα απαιτηθεί σημαντική και διατηρήσιμη βελτίωση στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, σημείωσε. Το ΔΝΤ, όμως, προβλέπει ότι οι μισθοί θα συνεχίσουν να μειώνονται τόσο φέτος (7%) όσο και το 2014 (1,5%) οδηγώντας σε συνολική πτώση άνω του 20% την περίοδο 2010-2014. Μετά η πραγματική αύξηση θα είναι περιορισμένη.

Αλλαγές στα εργασιακά

Ξεκάθαρη είναι η έκθεση αναφορικά με τις επερχόμενες αλλαγές στο καθεστώς των ομαδικών απολύσεων. Το υπάρχον καθεστώς χαρακτηρίζεται άκαμπτο και προαναγγέλλεται ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε αλλαγές σε αυτό μέχρι το τέλος του έτους.

Απολύσεις μέσω… κινητικότητας

Για την κινητικότητα αναφέρεται ότι οι αρχές συμφώνησαν για υπαγωγή 12.500 υπαλλήλων στο σχήμα της κινητικότητας μέχρι το τέλος του Σεπτεμβρίου του 2013 (με καθυστέρηση ενός τριμήνου) και δεσμεύτηκαν για την υπαγωγή 25.000 υπαλλήλων σε κινητικότητα μέχρι το τέλος του χρόνου. Έχουν επίσης αναλάβει να θέσουν σε κινητικότητα 4.000 υπαλλήλους ήδη από τον Ιούλιο.

Απολύσεις. Από όσους μεταφέρθηκαν στην κινητικότητα τον Ιούλιο, ένας σημαντικός αριθμός (2.000) θα οδηγηθούν σε υποχρεωτική αποχώρηση. Οι αρχές διατηρούν το στόχο των 15.000 απολύσεων από το δημόσιο τομέα τη διετία 2013-2014.

Τέλος, οι αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εκκαθαρίσουν τις υποθέσεις περίπου 4.000 συμβασιούχων υπαλλήλων, που αξιοποιούν νομικές προσφυγές για να παρατείνουν επ άπειρον τις συμβάσεις τους.

Το φθινόπωρο απαντήσεις για το χρηματοδοτικό κενό

Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το πρόγραμμα έχει επαρκή χρηματοδότηση μέχρι τον Ιούλιο του 2014, καθώς εν συνεχεία εμφανίζεται το γνωστό χρηματοδοτικό κενό. Έτσι, στην επόμενη αξιολόγηση θα πρέπει να καθοριστεί πώς θα εξασφαλιστεί η απαίτησή του να υπάρχει πλήρης χρηματοδοτική κάλυψη σε ορίζοντα 12μήνου, κάτι που θα πρέπει να εξασφαλίσει το Eurogroup. Άλλωστε όπως σημειώνει αυτή είναι η δέσμευση της Ευρώπης, υπό την προϋπόθεση ότι η Αθήνα ακολουθεί πιστά το μνημόνιο.

Το… μπαλάκι στους Ευρωπαίους για το χρέος

Οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του χρέους παραμένουν, σημειώνεται, και τονίζεται ότι αν οι επενδυτές δεν πειστούν ότι οι πολιτικές για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος είναι αξιόπιστες, οι επενδύσεις και η ανάπτυξη είναι απίθανο να έρθουν με τον τρόπο που είχε προγραμματιστεί.

Κρίσιμη είναι η δέσμευση των Ευρωπαίων να παράσχουν την απαιτούμενη ανακούφιση στο χρέος. Όμως «η σχεδιασμένη πορεία συνεπάγεται ακόμα πολύ υψηλό χρέος για την επόμενη δεκαετία, αφήνοντας την Ελλάδα επιρρεπή σε ατύχημα για μεγάλη χρονική περίοδο. Εάν οι ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους αποδειχθούν βαρύνουσας σημασίας για τους επενδυτές, ακόμα και τώρα που το πλαίσιο για την ελάφρυνσή του έχει καθοριστεί, οι Ευρωπαίοι εταίροι θα πρέπει να σκεφτούν να προχωρήσουν σε κούρεμα, που θα οδηγήσει σε πιο γρήγορη μείωσή του από ό,τι προβλέπεται σήμερα».

Το βασικό σενάριο στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους του ΔΝΤ αναφέρει ότι αυτό θα παραμείνει υψηλό το 2013 περίπου στο 176% του ΑΕΠ, πριν ξεκινήσει σταθερή υποχώρηση το 2015. Υπενθυμίζεται από το Ταμείο ότι τον Δεκέμβριο του 2012, τα μέλη της ευρωζώνης δεσμεύθηκαν να παράσχουν περαιτέρω ανακούφιση στο ελληνικό χρέος -όταν θα επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα- για να εξασφαλιστεί ότι αυτό θα βρίσκεται το 2020 στο 124% του ΑΕΠ και σημαντικά κάτω από το 110% του ΑΕΠ το 2022.

Η πρώτη δέσμευση μοντελοποιείται στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA): αυτό αναμένεται να έχει μειωθεί στο 124% το 2020, αφού επιπρόσθετα έκτακτα μέτρα ανακούφισης της τάξης του 4% του ΑΕΠ καθοριστούν τη διετία 2014-2015.

Το χρέος αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω γύρω στο 114% του ΑΕΠ το 2022 (πριν από τα μέτρα για τη μείωσή του σημαντικά κάτω από το 110% του ΑΕΠ, για τα οποία έχουν δεσμευθεί οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας).

Υπάρχουν, όμως, επιπλέον ρίσκα. Τα stress tests δείχνουν ότι το βασικό σενάριο για την πορεία του χρέους είναι ιδιαίτερα ευάλωτο σε αστοχίες σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ είναι «ανθεκτικό» σε λιγότερες αποκρατικοποιήσεις ή σε αναταράξεις σχετικά με τα επιτόκια δανεισμού. έτσι:

* Αν το πρωτογενές πλεόνασμα παραμείνει στο 0%, που είναι ο στόχος για το 2013, η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ θα φτάσει το 148% το 2020 και θα αυξάνεται σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο.

* Αν η ονομαστική ανάπτυξη βρίσκεται κατά μέσο όρο 1% κάτω από το 4% που προβλέπει το βασικό σενάριο, το χρέος θα ανέλθει στο 134% το 2020, με μικρή τάση μείωσης από εκεί και πέρα.

* Αν τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις είναι τα μισά σε σχέση με τον στόχο των 22 δισ. ευρώ, το χρέος το 2020 θα είναι μόνο 4% πάνω από τον στόχο, ενώ θα διατηρείται μια ισχυρή πτωτική τροχιά.

* Εάν τα επιτόκια του EFSF αυξηθούν κατά μία μονάδα, το χρέος θα αυξηθεί και πάλι κατά μόλις 4% πάνω από το βασικό σενάριο. Αναταράξεις στα επιτόκια των αγορών θα επηρεάσουν το χρέος με αργό ρυθμό μετά το 2020.

Η επόμενη αξιολόγηση

Στις 29 Σεπτεμβρίου αναμένεται να αρχίσει η νέα αξιολόγηση. Η ατζέντα (εκτός των ορόσημων) περιλαμβάνει:
• Αναθεώρηση του μακροοικονομικού πλαισίου, κυρίως ΑΕΠ, λαμβάνοντας υπόψιν τη πρόοδο των διαρθρωτικών αλλαγών.
• Προϋπολογισμός 2014 και Μεσοπρόθεσμο 2014- 2017.
• Μετάβαση και εφαρμογή του νέου Φόρου Ακινήτων.
• Αξιολόγηση προόδου στις αποκρατικοποιήσεις και της πιθανής ανάγκης για αλλαγές στη διαδικασία αλλά και στη δομή.
• Αξιολόγηση προόδου στη μεταρρύθμιση της φορολογικής Διοίκησης.
• Διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης προγράμματος τουλάχιστον έως το τέλος του 2014